Κρίση πανικού: Τι είναι, ποια είναι τα συμπτώματα και πώς αντιμετωπίζεται

Κρίση πανικού: Τι είναι, ποια είναι τα συμπτώματα και πώς αντιμετωπίζεται

Η κρίση πανικού μπορεί να είναι μια ιδιαίτερα έντονη και τρομακτική εμπειρία. Συχνά εμφανίζεται αιφνίδια και συνοδεύεται από έντονα σωματικά συμπτώματα και σκέψεις ότι κάτι σοβαρό πρόκειται να συμβεί: «θα λιποθυμήσω», «θα χάσω τον έλεγχο», «κάτι συμβαίνει στην καρδιά μου» ή ακόμη και «θα πεθάνω».

Παρότι η εμπειρία μπορεί να είναι εξαιρετικά δυσάρεστη, οι κρίσεις πανικού και η διαταραχή πανικού μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Τι είναι η κρίση πανικού;

Σύμφωνα με το DSM-5-TR (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), η κρίση πανικού χαρακτηρίζεται από αιφνίδια εμφάνιση έντονου φόβου ή έντονης δυσφορίας, η οποία κορυφώνεται μέσα σε λίγα λεπτά και συνοδεύεται από συγκεκριμένα σωματικά και γνωστικά συμπτώματα. Μια κρίση πανικού μπορεί να εμφανιστεί σε μια κατάσταση που προκαλεί φόβο ή άγχος, αλλά μπορεί επίσης να παρουσιαστεί απροσδόκητα, χωρίς να υπάρχει εμφανής εξωτερικός κίνδυνος. Κατά τη διάρκειά της, ο φυσιολογικός μηχανισμός συναγερμού του οργανισμού ενεργοποιείται έντονα. Έτσι, το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο, ακόμη και όταν δεν υπάρχει αντικειμενική απειλή. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διακρίνουμε την κρίση πανικού από τη διαταραχή πανικού. Μια μεμονωμένη κρίση πανικού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα άτομο έχει διαταραχή πανικού. Στη διαταραχή πανικού παρατηρούνται επαναλαμβανόμενες και απροσδόκητες κρίσεις πανικού, οι οποίες συνδέονται με επίμονη ανησυχία για την εμφάνιση νέων κρίσεων και/ή σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά εξαιτίας του φόβου τους. Η διάγνωση δεν μπορεί να βασιστεί στην παρουσία ενός μεμονωμένου συμπτώματος ή μιας κρίσης και απαιτεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Ποια είναι τα συμπτώματα της κρίσης πανικού;

Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πανικού μπορεί να εμφανιστούν σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα. Σύμφωνα με τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά που περιγράφονται στο DSM-5-TR, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • έντονους ή γρήγορους καρδιακούς παλμούς,
  • εφίδρωση,
  • τρέμουλο,
  • δύσπνοια ή αίσθημα ότι δεν υπάρχει αρκετός αέρας,
  • αίσθημα πνιγμού,
  • πόνο ή δυσφορία στο στήθος,
  • ναυτία ή ενόχληση στην κοιλιά,
  • ζάλη, αστάθεια ή τάση λιποθυμίας,
  • ρίγη ή εξάψεις,
  • μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα,
  • αίσθημα ότι το περιβάλλον δεν είναι πραγματικό (αποπραγματοποίηση) ή αίσθημα απομάκρυνσης από τον εαυτό (αποπροσωποποίηση),
  • φόβο απώλειας του ελέγχου,
  • φόβο θανάτου.

Δεν βιώνουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια συμπτώματα ούτε με την ίδια ένταση.

«Παθαίνω κρίση πανικού ή συμβαίνει κάτι άλλο;»

Αυτή είναι μία από τις συχνότερες ανησυχίες κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.

Ορισμένα συμπτώματα του πανικού –όπως η ταχυκαρδία, ο πόνος στο στήθος, η δύσπνοια και η ζάλη– μπορεί να μοιάζουν με συμπτώματα σωματικών παθήσεων. Για τον λόγο αυτό, ένα έντονο σωματικό σύμπτωμα δεν θα πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στο άγχος χωρίς την κατάλληλη αξιολόγηση. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του National Institute for Health and Care Excellence (NICE) αναφέρουν ότι όταν κάποιος προσέρχεται σε υπηρεσία επειγόντων με κρίση πανικού θα πρέπει να πραγματοποιούνται οι απαραίτητες εξετάσεις για να αποκλειστούν οξέα σωματικά προβλήματα. Ιδιαίτερα όταν έντονα σωματικά συμπτώματα εμφανίζονται για πρώτη φορά ή διαφέρουν σημαντικά από προηγούμενα επεισόδια, είναι σημαντικό να γίνεται η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.

Ο φόβος μιας επόμενης κρίσης

Μετά από επαναλαμβανόμενες κρίσεις, το άτομο μπορεί να αρχίσει να φοβάται όχι μόνο την ίδια την κρίση αλλά και την πιθανότητα να εμφανιστεί ξανά. Μπορεί να αρχίσει να παρακολουθεί συστηματικά το σώμα του, ελέγχοντας τους παλμούς, την αναπνοή, τη ζάλη ή άλλες σωματικές μεταβολές. Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστούν συμπεριφορές αποφυγής. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να αποφεύγει τα μέσα μαζικής μεταφοράς, πολυσύχναστους χώρους, ταξίδια, άσκηση ή καταστάσεις στις οποίες πιστεύει ότι θα ήταν δύσκολο να απομακρυνθεί εάν εμφανιζόταν μια κρίση. Η αποφυγή μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση. Μακροπρόθεσμα, όμως, μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση του φόβου.

Πώς αντιμετωπίζεται η διαταραχή πανικού;

Υπάρχουν αποτελεσματικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες NICE CG113 για τη διαταραχή πανικού στους ενήλικες αναφέρουν ότι η ψυχολογική θεραπεία, η φαρμακευτική αντιμετώπιση και οι δομημένες παρεμβάσεις αυτοβοήθειας έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές. Το NICE σημειώνει επίσης ότι στις μελέτες που συνέκριναν διαφορετικές θεραπευτικές επιλογές, τα οφέλη της ψυχολογικής θεραπείας είχαν τη μεγαλύτερη διάρκεια. Για άτομα με μέτρια έως σοβαρή διαταραχή πανικού, με ή χωρίς αγοραφοβία, το NICE συστήνει να εξετάζεται η παραπομπή για Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioural Therapy – CBT). Στις ειδικότερες συστάσεις του για τις ψυχολογικές παρεμβάσεις στη διαταραχή πανικού, το NICE αναφέρει συγκεκριμένα ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται CBT.

Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) και κρίσεις πανικού

Η CBT βοηθά το άτομο να κατανοήσει τις σχέσεις μεταξύ των σκέψεων, των συναισθημάτων, των σωματικών αισθήσεων και της συμπεριφοράς του. Στη θεραπεία της διαταραχής πανικού μπορεί να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει τις σωματικές αισθήσεις και να εξεταστούν οι πεποιθήσεις που τις συνδέουν με έναν επικείμενο κίνδυνο. Παράλληλα, ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο και τις ανάγκες του ατόμου, μπορεί να χρησιμοποιούνται τεχνικές έκθεσης στις καταστάσεις ή στις σωματικές αισθήσεις που έχουν συνδεθεί με τον φόβο. Στόχος δεν είναι απλώς να μάθει κάποιος έναν τρόπο να «σταματά» μια κρίση πανικού όταν αυτή ξεκινά. Η θεραπεία στοχεύει στην κατανόηση και σταδιακή τροποποίηση των μηχανισμών που διατηρούν τον πανικό, στον περιορισμό της αποφυγής και στη διαφορετική αντιμετώπιση των σωματικών αισθήσεων που έχουν συνδεθεί με την αίσθηση κινδύνου.

Τι συστήνει συγκεκριμένα το NICE για την CBT;

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες NICE CG113 για τη διαταραχή πανικού:

  • η CBT αποτελεί συνιστώμενη ψυχολογική παρέμβαση,
  • θα πρέπει να παρέχεται από κατάλληλα εκπαιδευμένους και εποπτευόμενους επαγγελματίες,
  • θα πρέπει να ακολουθούνται εμπειρικά τεκμηριωμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα,
  • το προτεινόμενο συνολικό εύρος θεραπείας είναι 7–14 ώρες,
  • για τους περισσότερους ανθρώπους προτείνονται εβδομαδιαίες συνεδρίες διάρκειας 1–2 ωρών,
  • η θεραπεία προτείνεται να ολοκληρώνεται, κατά κανόνα, εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξή της.

Υπάρχει φαρμακευτική θεραπεία;

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση αποτελεί επίσης θεραπευτική επιλογή για τη διαταραχή πανικού και απαιτεί ιατρική αξιολόγηση και παρακολούθηση. Για μέτρια έως σοβαρή διαταραχή πανικού, το NICE αναφέρει ότι μπορεί να εξεταστεί αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα όταν η διαταραχή είναι μακροχρόνια ή όταν το άτομο δεν έχει ωφεληθεί από ψυχολογική παρέμβαση ή δεν επιθυμεί να ακολουθήσει ψυχολογική θεραπεία. Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου, η έναρξη και η παρακολούθηση της θεραπείας, καθώς και οποιαδήποτε μεταβολή ή διακοπή της αγωγής, θα πρέπει να πραγματοποιούνται από τον κατάλληλο ιατρό.

Μπορεί να αντιμετωπιστεί ο πανικός;

Ναι. Παρότι μια κρίση πανικού μπορεί να δημιουργήσει την έντονη αίσθηση ότι το σώμα ή ο νους βρίσκεται εκτός ελέγχου, υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις. Η κατάλληλη αξιολόγηση εξετάζει όχι μόνο την παρουσία κρίσεων πανικού αλλά και τη συχνότητά τους, τον φόβο μιας επόμενης κρίσης, τις πιθανές συμπεριφορές αποφυγής και τον βαθμό στον οποίο ο πανικός επηρεάζει την καθημερινή ζωή. Η θεραπευτική παρέμβαση σχεδιάζεται στη συνέχεια με βάση τις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου.

Αναζητώντας βοήθεια για τις κρίσεις πανικού

Εάν οι κρίσεις πανικού επαναλαμβάνονται, υπάρχει έντονος φόβος για την εμφάνιση μιας νέας κρίσης ή το άγχος αρχίζει να περιορίζει την καθημερινότητα και να οδηγεί σε αποφυγή καταστάσεων, είναι σημαντικό να αναζητηθεί κατάλληλη επαγγελματική υποστήριξη. Στο MindWork μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα αρχικό ραντεβού αξιολόγησης, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των συμπτωμάτων, της συχνότητας και των συνθηκών εμφάνισής τους, καθώς και του τρόπου με τον οποίο επηρεάζουν την καθημερινή ζωή. Μέσα από την αρχική αξιολόγηση διερευνώνται οι ανάγκες του κάθε ατόμου και προτείνεται, όπου ενδείκνυται, το κατάλληλο θεραπευτικό πλάνο ή η παραπομπή στον κατάλληλο επαγγελματία. Για την αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού, στο MindWork παρέχεται Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) από κατάλληλα εκπαιδευμένους ψυχολόγους, με βάση επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Η θεραπεία εξατομικεύεται με βάση τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου και μπορεί να εστιάζει στην κατανόηση του μηχανισμού του πανικού, στη διαφορετική ερμηνεία των σωματικών αισθήσεων, στη σταδιακή αντιμετώπιση των συμπεριφορών αποφυγής και στη μείωση του φόβου μιας επόμενης κρίσης.

Το αρχικό ραντεβού αξιολόγησης στο MindWork παρέχεται χωρίς κόστος.


Πηγές

National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Generalised anxiety disorder and panic disorder in adults: management. Clinical guideline CG113. Published 26 January 2011, updated 15 June 2020.

NICE – Recommendations, Panic Disorder:
https://www.nice.org.uk/guidance/cg113/chapter/Recommendations

NICE – What treatments should I be offered for panic disorder?
https://www.nice.org.uk/guidance/cg113/ifp/chapter/what-treatments-should-i-be-offered-for-panic-disorder

American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition, Text Revision (DSM-5-TR). Washington, DC: American Psychiatric Association Publishing; 2022.