Το άγχος αποτελεί μέρος της φυσιολογικής ανθρώπινης εμπειρίας. Εμφανίζεται συνήθως όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που αξιολογούμε ως απαιτητική, αβέβαιη ή απειλητική και λειτουργεί ως ένας μηχανισμός προετοιμασίας του οργανισμού απέναντι σε αυτή.
Μπορεί, για παράδειγμα, να αισθανθούμε άγχος πριν από μια εξέταση, μια σημαντική επαγγελματική συνάντηση, μια ιατρική εξέταση ή σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών στη ζωή μας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άγχος έχει προσαρμοστική λειτουργία, καθώς αυξάνει την εγρήγορση και μας κινητοποιεί να ανταποκριθούμε σε μια απαιτητική κατάσταση. Πότε, όμως, το άγχος ξεπερνά αυτή τη φυσιολογική λειτουργία και αρχίζει να προκαλεί σημαντική δυσφορία ή να περιορίζει την καθημερινότητά μας;
Πώς εκδηλώνεται το άγχος;
Το άγχος δεν εκδηλώνεται μόνο ως συναίσθημα. Περιλαμβάνει ένα σύνολο σωματικών, γνωσιακών και συμπεριφορικών αντιδράσεων. Σε σωματικό επίπεδο μπορεί να εμφανιστούν ταχυκαρδία, εφίδρωση, μυϊκή ένταση, αλλαγές στην αναπνοή, γαστρεντερικές ενοχλήσεις ή δυσκολία στον ύπνο. Σε γνωσιακό επίπεδο είναι συχνή η αυξημένη ανησυχία, η δυσκολία συγκέντρωσης και η τάση να εστιάζουμε περισσότερο σε πιθανούς κινδύνους ή αρνητικές εκβάσεις. Παράλληλα, το άγχος μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά μας. Μπορεί να μας οδηγήσει να αναζητούμε περισσότερη ασφάλεια ή επιβεβαίωση, να αναβάλλουμε κάτι που φοβόμαστε ή να αποφεύγουμε μια κατάσταση. Η παρουσία αυτών των αντιδράσεων δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπάρχει αγχώδης διαταραχή. Μεγαλύτερη σημασία έχουν η ένταση και η επιμονή τους, το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται και κυρίως ο βαθμός στον οποίο επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα [1,2].
Πότε το άγχος μπορεί να αποτελεί μέρος μιας αγχώδους διαταραχής;
Τα σύγχρονα διαγνωστικά συστήματα περιγράφουν τις αγχώδεις διαταραχές ως μια ομάδα καταστάσεων στις οποίες ο φόβος και το άγχος αποκτούν υπερβολικό ή επίμονο χαρακτήρα και συνδέονται με σημαντική δυσφορία ή έκπτωση σε σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας [1,2]. Έτσι, το γεγονός ότι ένας άνθρωπος βιώνει πολύ έντονο άγχος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει αγχώδη διαταραχή. Περίοδοι αυξημένων απαιτήσεων, σημαντικές αλλαγές, προβλήματα στις σχέσεις ή στην εργασία, προβλήματα υγείας ή άλλες δύσκολες συνθήκες ζωής μπορεί να συνοδεύονται από σημαντικά επίπεδα άγχους. Από την άλλη πλευρά, όταν το άγχος επιμένει και αρχίζει να περιορίζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο κάποιος ζει, εργάζεται, σχετίζεται ή λαμβάνει αποφάσεις, είναι χρήσιμο να διερευνηθεί περισσότερο.
Η αποφυγή και ο ρόλος της στη διατήρηση του άγχους
Ένα στοιχείο που συναντάμε συχνά στις δυσκολίες που σχετίζονται με το άγχος είναι η αποφυγή. Όταν μια κατάσταση μας προκαλεί φόβο, είναι φυσικό να θέλουμε να απομακρυνθούμε από αυτή. Η αποφυγή συνήθως οδηγεί σε άμεση μείωση του άγχους και, ακριβώς γι' αυτό, είναι πιθανό να επαναληφθεί. Ένας άνθρωπος, για παράδειγμα, μπορεί να αισθάνεται έντονο άγχος όταν χρειάζεται να μιλήσει μπροστά σε άλλους. Αν αποφύγει μια παρουσίαση, πιθανότατα θα αισθανθεί άμεση ανακούφιση. Αυτή η ανακούφιση μπορεί να κάνει την αποφυγή περισσότερο πιθανή την επόμενη φορά. Μακροπρόθεσμα όμως, η συστηματική αποφυγή μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση του φόβου. Το άτομο δεν έχει την ευκαιρία να ελέγξει στην πράξη τις αρνητικές προβλέψεις του και μπορεί σταδιακά να περιορίζει όλο και περισσότερο τις δραστηριότητές του. Για τον λόγο αυτό, στη γνωσιακή- συμπεριφορική θεραπεία, η αποφυγή και οι συμπεριφορές ασφάλειας αποτελούν σημαντικό μέρος της κατανόησης των μηχανισμών που μπορεί να συντηρούν το άγχος.
Οι αγχώδεις διαταραχές δεν είναι όλες ίδιες
Ο όρος «αγχώδεις διαταραχές» δεν περιγράφει μία ενιαία κατάσταση. Περιλαμβάνει διαφορετικές διαταραχές, όπως η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, η Διαταραχή Πανικού, η Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή, η Αγοραφοβία και οι Ειδικές Φοβίες [1,2]. Στη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή κυριαρχεί η επίμονη και υπερβολική ανησυχία για διαφορετικούς τομείς της καθημερινότητας. Στη Διαταραχή Πανικού εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού, οι οποίες μπορεί να ακολουθούνται από έντονη ανησυχία για την επανεμφάνισή τους. Στην Κοινωνική Αγχώδη Διαταραχή ο φόβος συνδέεται με κοινωνικές καταστάσεις και την πιθανότητα αρνητικής αξιολόγησης, ενώ στις Ειδικές Φοβίες αφορά συγκεκριμένα αντικείμενα ή καταστάσεις. Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία, καθώς διαφορετικές δυσκολίες μπορεί να χρειάζονται διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.
Πώς μπορώ να καταλάβω αν το άγχος έχει αρχίσει να με δυσκολεύει;
Ίσως το πιο χρήσιμο ερώτημα δεν είναι «έχω ή δεν έχω αγχώδη διαταραχή;», αλλά «σε ποιον βαθμό το άγχος επηρεάζει τη ζωή μου;». Αξίζει να παρατηρήσουμε εάν εξαιτίας του άγχους έχουμε αρχίσει να αποφεύγουμε δραστηριότητες ή καταστάσεις, εάν περιορίζονται οι κοινωνικές ή επαγγελματικές μας επιλογές, εάν επηρεάζεται ο ύπνος ή η συγκέντρωσή μας και εάν μεγάλο μέρος της ημέρας καταλαμβάνεται από ανησυχία. Εξίσου σημαντικό είναι να παρατηρήσουμε εάν οι αποφάσεις μας αρχίζουν να οργανώνονται γύρω από την προσπάθεια να μην αισθανθούμε άγχος. Τα παραπάνω δεν αποτελούν διαγνωστικά κριτήρια ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αυτοδιάγνωση. Μπορούν, ωστόσο, να αποτελέσουν ενδείξεις ότι η δυσκολία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Πώς αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες που σχετίζονται με το άγχος;
Υπάρχουν ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις με σημαντική ερευνητική τεκμηρίωση για τις αγχώδεις διαταραχές. Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioural Therapy – CBT) αποτελεί μία από τις περισσότερο μελετημένες θεραπευτικές προσεγγίσεις [3,4]. Ανάλογα με τη φύση της δυσκολίας, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει την κατανόηση των σκέψεων και συμπεριφορών που συντηρούν το άγχος, γνωσιακές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις και, όπου ενδείκνυται, τεχνικές έκθεσης. Ο θεραπευτικός σχεδιασμός δεν είναι ίδιος για όλους. Διαμορφώνεται με βάση τη φύση της δυσκολίας, τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται και τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ανθρώπου.
Πότε είναι χρήσιμο να απευθυνθώ σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας;
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι το άγχος να γίνει αφόρητο. Όταν επιμένει, προκαλεί σημαντική δυσφορία, οδηγεί σε συστηματικές αποφυγές ή αρχίζει να επηρεάζει την εργασία, τις σπουδές, τις σχέσεις, τον ύπνο ή άλλους σημαντικούς τομείς της ζωής, η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας μπορεί να είναι χρήσιμη. Η ψυχοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της δυσκολίας, των συνθηκών στις οποίες εμφανίζεται και των παραγόντων που πιθανόν συμβάλλουν στη διατήρησή της. Όπου κρίνεται απαραίτητη ψυχιατρική αξιολόγηση, μπορεί να προταθεί αντίστοιχη παραπομπή.
Η αρχική συνεδρία στο MindWork
Στο MindWork, στόχος της αρχικής συνεδρίας είναι να κατανοήσουμε το αίτημα και τη δυσκολία που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος που απευθύνεται σε εμάς και να διερευνήσουμε ποια θεραπευτική κατεύθυνση μπορεί να είναι καταλληλότερη για τις ανάγκες του. Συζητούνται τα συμπτώματα και οι δυσκολίες που τον απασχολούν, η διάρκεια και οι συνθήκες στις οποίες εμφανίζονται, ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζουν την καθημερινότητά του και οι παράγοντες που ενδέχεται να συμβάλλουν στη διατήρησή τους. Όταν από την αρχική διερεύνηση προκύπτει ότι χρειάζεται περαιτέρω ψυχιατρική αξιολόγηση, προτείνεται η αντίστοιχη παραπομπή.
Η αρχική συνεδρία στο MindWork παρέχεται χωρίς κόστος.
Βιβλιογραφία
- American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Association Publishing.
- World Health Organization. (2024). Clinical descriptions and diagnostic requirements for ICD-11 mental, behavioural and neurodevelopmental disorders. World Health Organization.
- National Institute for Health and Care Excellence. (2011, updated 2020). Generalised anxiety disorder and panic disorder in adults: management (CG113). NICE.
- Carpenter, J. K., Andrews, L. A., Witcraft, S. M., Powers, M. B., Smits, J. A. J., & Hofmann, S. G. (2018). Cognitive behavioral therapy for anxiety and related disorders: A meta-analysis of randomized placebo-controlled trials. Depression and Anxiety, 35(6), 502–514. https://doi.org/10.1002/da.22728



